Κυριακή 20 Απριλίου 2014
Πέμπτη 3 Απριλίου 2014
Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014
Στο Σπίτι της Ψυχής
Στο Σπίτι της Ψυχής
Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη —
ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Aπό την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη —
τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη —
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.
Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
οι Aρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώρα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.
ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Aπό την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη —
τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη —
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.
Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
οι Aρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώρα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.
Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014
Φεγγάρι μάγια μου 'κανες
Φεγγάρι μάγια μου 'κανες
Φεγγάρι μάγια μου 'κανες
και περπατώ στα ξένα
είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμένα
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι,
στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή
Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί στα χείλη
Αναρτήθηκε από Παναγία Έλεούσα Μαλακώντα στις 1:47 π.μ.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014
ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ
ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ
Στο δωμάτιο της καρδιάς μου όλοι ειναι ευπρόσδεκτοι!!!
ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ
Θρύψαλα και αίμα με κάμποση δόση απόγνωσης
Η φρίκη χάραξε με μανία αδρές πινελιές στα μάτια
Θεέ μου, πόσα προσωπεία φορά ο φόβος!
Σίδερα και κορμιά σε κοινό κοιτώνα
Πίκρα και οργή ένα θλιβερό χαρμάνι
Πώς να οικοδομήσεις τον κόσμο πάνω σε ράκη;
Πώς να κάνεις το σταυρό σου χωρίς χέρια;
Πώς να σχεδιάσεις το αύριο με πληγωμένο το χθες;
Που να βρεις τη δύναμη να απεγκλωβιστείς απ' τα πάθη;
Χάθηκε ο μίτος της ελπίδας μες στο λαβύρινθο του μίσους;
Σφίγγεις τα δόντια για να μη φρενιάσεις λυσσασμένος
Προσφέρεις ακούσια την ανάσα σου σε ένα «Ιερό Τίποτα»
Αναζητάς μια και μόνο πνοή χωμένη στη σκόνη μιας έκρηξης
Ψαχουλεύεις γύρω σου ζητώντας τον ΄Ανθρωπο μάταια
Κολυμπάς στο πέλαγος της βαρβαρότητας τσακισμένος Οδυσσέας
Ως πότε πηγή μιας έμπνευσης θα έχω το Χάος;
Πότε θα ξεκολλήσει το ρημαγμένο σκάφος του Νου από τη λάσπη
και θα γυρίσει μεσοπέλαγα το πηδάλιο της Ελπίδας;
Πότε;
Κάποτε;
Ποτέ;
Η φρίκη χάραξε με μανία αδρές πινελιές στα μάτια
Θεέ μου, πόσα προσωπεία φορά ο φόβος!
Σίδερα και κορμιά σε κοινό κοιτώνα
Πίκρα και οργή ένα θλιβερό χαρμάνι
Πώς να οικοδομήσεις τον κόσμο πάνω σε ράκη;
Πώς να κάνεις το σταυρό σου χωρίς χέρια;
Πώς να σχεδιάσεις το αύριο με πληγωμένο το χθες;
Που να βρεις τη δύναμη να απεγκλωβιστείς απ' τα πάθη;
Χάθηκε ο μίτος της ελπίδας μες στο λαβύρινθο του μίσους;
Σφίγγεις τα δόντια για να μη φρενιάσεις λυσσασμένος
Προσφέρεις ακούσια την ανάσα σου σε ένα «Ιερό Τίποτα»
Αναζητάς μια και μόνο πνοή χωμένη στη σκόνη μιας έκρηξης
Ψαχουλεύεις γύρω σου ζητώντας τον ΄Ανθρωπο μάταια
Κολυμπάς στο πέλαγος της βαρβαρότητας τσακισμένος Οδυσσέας
Ως πότε πηγή μιας έμπνευσης θα έχω το Χάος;
Πότε θα ξεκολλήσει το ρημαγμένο σκάφος του Νου από τη λάσπη
και θα γυρίσει μεσοπέλαγα το πηδάλιο της Ελπίδας;
Πότε;
Κάποτε;
Ποτέ;
Διονύσης Λεϊμονής
Φιλόλογος
Φιλόλογος
Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013
ΑΝΟΙΞΗ.........ΣΤΗΝ ΣΤΑΧΤΗ
ΑΝΟΙΞΗ.........ΣΤΗΝ ΣΤΑΧΤΗ
Γλυκιά μου νεράιδα της άνοιξης
Ένα απέραντο λιβάδι απ’ ανεμώνες ο κόσμος σου
Τα μαλλιά σου κατάξανθα.
Λες και του ήλιου όλη η λάμψη μέσα τους κρύφτηκε
Κάνεις ταξίδια μέσα στις λίμνες του Έρωτα
που είναι γεμάτες με μέλι και κρασί
φτιαγμένο απ’ τον Διόνυσο
Με κάθε γέλιο σου ο ουρανός γεμίζει χρώματα
Κόρη θνητή της Αφροδίτης, μούσα του Απόλλωνα
Πάνω σε πορφυρή άμαξα στον δρόμο μου βρέθηκες ...........
...............
ΣΤΑΧΤΗ..... ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Εγώ, θνητός γιος της Εκάτης. Ο πατέρας μου ένας ποιητής...νεκρός τώρα πια.
Ο δικός μου κόσμος ένα απέραντο ποτάμι δακρύων
γεμάτο αποκαΐδια τυραννισμένων ψυχών .
Αμέτρητες νύχτες παρακαλούσα την μητέρα μου να πείσει
τον Άδη να μ' αφήσει να βρεθώ ξανά στον κόσμο της νεράιδας μου
“Δεν έπρεπε να σε πάρω μαζί μου εκεί πάνω. Ήταν λάθος μου. Η θέση σου είναι εδώ με τους καταραμένους. Είσαι αγγελιοφόρος του Άδη. Όταν θα αφήσεις το θνητό σου σώμα θα γίνεις ένας απ' τους θεριστές του”
Αυτά ήταν τα λόγια της κάθε φορά που της μιλούσα για εκείνη.
Μέσα της όμως έλειωνε η μητέρα μου κάθε φορά που μ' έβλεπε να κλαίω σαν μικρό παιδί στις όχθες του Αχέροντα.
Δεν τα πίστευε αυτά που έλεγε.
Απλά δεν αποφάσιζε εκείνη.
Ώσπου μια νύχτα ήρθε όλο χαρά και με ξύπνησε απ' τους εφιάλτες μου.
“Του μίλησα αγόρι μου. Τον έπεισα”
Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη απ' την χαρά μου. Μέχρι να καταλάβω
ότι δεν ονειρευόμουν και να συνέλθω ο Άδης στεκόταν ήδη δίπλα μου.
Έκανε νόημα στην Εκάτη να φύγει και να περιμένει έξω απ' το δωμάτιο.
Εκείνη έφυγε χωρίς να φέρει αντίρρηση.
Μόλις μείναμε οι δυο μας έβγαλε απ' το ζωνάρι του ένα κοφτερό μαχαίρι και με μια γρήγορη κίνηση έκανε μια σχισμή στην παλάμη του.
Πηχτό βαθυκόκκινο αίμα άρχισε να ρέει.
Έφερε το χέρι του κοντά στο πρόσωπό μου και με κοίταξε με στοργικό βλέμμα βαθιά μες τα μάτια μου.
“Πιες απ΄ το αίμα μου και θα είσαι ελεύθερος να μείνεις στον κόσμο της νεράιδας σου για πάντα”.
Χωρίς να σκεφτώ και ακόμα ζαλισμένος από την απρόσμενη χαρά που με βρήκε δοκίμασα απ' το αίμα του σαν υπνωτισμένος.
Ιχώρ κύλισε στις φλέβες μου. Ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα.
Τράβηξε απότομα το χέρι του και εξαφανίστηκε.....έτσι όπως είχε εμφανιστεί.
Η Εκάτη μπήκε γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και μ' αγκάλιασε.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά και δάκρυα χαράς κύλισαν απ' τα μάτια της
“Σήμερα ξαναγεννήθηκες αγόρι μου” μου είπε.
Δεν απάντησα. Την φίλησα στο μέτωπο και έτρεξα προς την έξοδο αυτής της αβύσσου που είχα τόσα χρόνια για σπίτι.
Θα συναντούσα επιτέλους την νεράιδα μου....
Η μητέρα μου φώναξε. “Σ' έκανε αθάνατο”
“Με αντάλλαγμα ένα θάνατο” ακούστηκε εκείνος
Κι ο θάνατος νεράιδα μου.... ήταν για σένα
Chris Kariotis.
Voted ·
Γλυκιά μου νεράιδα της άνοιξης
Ένα απέραντο λιβάδι απ’ ανεμώνες ο κόσμος σου
Τα μαλλιά σου κατάξανθα.
Λες και του ήλιου όλη η λάμψη μέσα τους κρύφτηκε
Κάνεις ταξίδια μέσα στις λίμνες του Έρωτα
που είναι γεμάτες με μέλι και κρασί
φτιαγμένο απ’ τον Διόνυσο
Με κάθε γέλιο σου ο ουρανός γεμίζει χρώματα
Κόρη θνητή της Αφροδίτης, μούσα του Απόλλωνα
Πάνω σε πορφυρή άμαξα στον δρόμο μου βρέθηκες ...........
...............
ΣΤΑΧΤΗ..... ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Εγώ, θνητός γιος της Εκάτης. Ο πατέρας μου ένας ποιητής...νεκρός τώρα πια.
Ο δικός μου κόσμος ένα απέραντο ποτάμι δακρύων
γεμάτο αποκαΐδια τυραννισμένων ψυχών .
Αμέτρητες νύχτες παρακαλούσα την μητέρα μου να πείσει
τον Άδη να μ' αφήσει να βρεθώ ξανά στον κόσμο της νεράιδας μου
“Δεν έπρεπε να σε πάρω μαζί μου εκεί πάνω. Ήταν λάθος μου. Η θέση σου είναι εδώ με τους καταραμένους. Είσαι αγγελιοφόρος του Άδη. Όταν θα αφήσεις το θνητό σου σώμα θα γίνεις ένας απ' τους θεριστές του”
Αυτά ήταν τα λόγια της κάθε φορά που της μιλούσα για εκείνη.
Μέσα της όμως έλειωνε η μητέρα μου κάθε φορά που μ' έβλεπε να κλαίω σαν μικρό παιδί στις όχθες του Αχέροντα.
Δεν τα πίστευε αυτά που έλεγε.
Απλά δεν αποφάσιζε εκείνη.
Ώσπου μια νύχτα ήρθε όλο χαρά και με ξύπνησε απ' τους εφιάλτες μου.
“Του μίλησα αγόρι μου. Τον έπεισα”
Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη απ' την χαρά μου. Μέχρι να καταλάβω
ότι δεν ονειρευόμουν και να συνέλθω ο Άδης στεκόταν ήδη δίπλα μου.
Έκανε νόημα στην Εκάτη να φύγει και να περιμένει έξω απ' το δωμάτιο.
Εκείνη έφυγε χωρίς να φέρει αντίρρηση.
Μόλις μείναμε οι δυο μας έβγαλε απ' το ζωνάρι του ένα κοφτερό μαχαίρι και με μια γρήγορη κίνηση έκανε μια σχισμή στην παλάμη του.
Πηχτό βαθυκόκκινο αίμα άρχισε να ρέει.
Έφερε το χέρι του κοντά στο πρόσωπό μου και με κοίταξε με στοργικό βλέμμα βαθιά μες τα μάτια μου.
“Πιες απ΄ το αίμα μου και θα είσαι ελεύθερος να μείνεις στον κόσμο της νεράιδας σου για πάντα”.
Χωρίς να σκεφτώ και ακόμα ζαλισμένος από την απρόσμενη χαρά που με βρήκε δοκίμασα απ' το αίμα του σαν υπνωτισμένος.
Ιχώρ κύλισε στις φλέβες μου. Ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα.
Τράβηξε απότομα το χέρι του και εξαφανίστηκε.....έτσι όπως είχε εμφανιστεί.
Η Εκάτη μπήκε γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και μ' αγκάλιασε.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά και δάκρυα χαράς κύλισαν απ' τα μάτια της
“Σήμερα ξαναγεννήθηκες αγόρι μου” μου είπε.
Δεν απάντησα. Την φίλησα στο μέτωπο και έτρεξα προς την έξοδο αυτής της αβύσσου που είχα τόσα χρόνια για σπίτι.
Θα συναντούσα επιτέλους την νεράιδα μου....
Η μητέρα μου φώναξε. “Σ' έκανε αθάνατο”
“Με αντάλλαγμα ένα θάνατο” ακούστηκε εκείνος
Κι ο θάνατος νεράιδα μου.... ήταν για σένα
Chris Kariotis.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





