Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013
...Νίκος Απόμακρος
...Νίκος Απόμακρος
Ο καμβάς έμεινε επιτέλους άδειος.
Έσβησα και την τελευταία μανόλια.
Έμεινε μονάχα η υπογραφή, κάτω δεξιά,
σαν υπόσχεση, που, αν και δεν είχε πια κανένα νόημα,
τηρήθηκε, προσπαθώντας να έχει μερτικό στο όποιο ενδιαφέρον.
Έτσι σχεδόν λευκό άφησα τον καμβά να σαπίζει στο υπόγειο.
Μάλλον επειδή η σκόνη θα τον ζωγραφίσει καλύτερα.
Καλύτερα από μένα, καλύτερα απ' τον καθένα.
Η σκόνη ξέρει από Όλεθρο, από Αστάθεια, από Ελευθερία.
Γιατί αφήνεται ολότελα. Αιωρείται ή ξαποσταίνει.
Κάποιες φορές ταξιδεύει από Ανάσα σε ανάσα,
ανασηκώνεται μ' ένα τραγούδι, ακουμπά σε μια θεωρία,
σκεπάζει τη ψυχή μας ολότελα κάποια βράδια.
Ναι.
Η σκόνη ζωγραφίζει καλύτερα απ' τον καθένα.
Το χτες, το σήμερα, το αύριο. Την πάροδο του Χρόνου.
Ίσως η σκόνη να είναι το πραγματικό παρελθόν
και το μοναδικό μέλλον κάθε πράγματος.
Από μια ιδιαίτερα παράδοξη οπτική Γωνία,
που θα 'παιρνα όρκο πως είναι αληθινή.
(Για το λογοτεχνικό παιχνίδι "Αποχρώσεις" στο α33)
Πηγή.http://apomakros.blogspot.gr/
Ο καμβάς έμεινε επιτέλους άδειος.
Έσβησα και την τελευταία μανόλια.
Έμεινε μονάχα η υπογραφή, κάτω δεξιά,
σαν υπόσχεση, που, αν και δεν είχε πια κανένα νόημα,
τηρήθηκε, προσπαθώντας να έχει μερτικό στο όποιο ενδιαφέρον.
Έτσι σχεδόν λευκό άφησα τον καμβά να σαπίζει στο υπόγειο.
Μάλλον επειδή η σκόνη θα τον ζωγραφίσει καλύτερα.
Καλύτερα από μένα, καλύτερα απ' τον καθένα.
Η σκόνη ξέρει από Όλεθρο, από Αστάθεια, από Ελευθερία.
Γιατί αφήνεται ολότελα. Αιωρείται ή ξαποσταίνει.
Κάποιες φορές ταξιδεύει από Ανάσα σε ανάσα,
ανασηκώνεται μ' ένα τραγούδι, ακουμπά σε μια θεωρία,
σκεπάζει τη ψυχή μας ολότελα κάποια βράδια.
Ναι.
Η σκόνη ζωγραφίζει καλύτερα απ' τον καθένα.
Το χτες, το σήμερα, το αύριο. Την πάροδο του Χρόνου.
Ίσως η σκόνη να είναι το πραγματικό παρελθόν
και το μοναδικό μέλλον κάθε πράγματος.
Από μια ιδιαίτερα παράδοξη οπτική Γωνία,
που θα 'παιρνα όρκο πως είναι αληθινή.
(Για το λογοτεχνικό παιχνίδι "Αποχρώσεις" στο α33)
Πηγή.http://apomakros.blogspot.gr/
ΓΙΑ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΩ
Για όσο υπάρχω - Νίκος Απόμακρος
Αφιερωμένο
στον άγγελο που μέσα μου φύλαξα
στην ψυχή των κριμάτων.
Είχε χαμόγελο φτιαχτό
από πούδρα θανάσιμα λευκή
και στα χείλη κραγιόν
τη σκουριά των κερμάτων.
Στο μακιγιάζ το γοτθικό
είχε συνήθως κρυμμένα
έναν κρότο που σώπασε
ένα δάκρυ δειλό
ένα βλέμμα κενό
κι ένα φτερούγισμα που κόπασε
" Είσαι", της είπα, "ότι είχα,
ότι έχω κι ότι θα’χω"
"Υπήρξα", απάντησε, "μα δεν θα υπάρχω"
και μ’απόγνωση περίμενε απάντηση.
Ειν' αργά τώρα πια, το ξέρω
κι όμως ξαφνικά χαμογελώ
"Υπήρξες κι όσο υπάρχω θα υπάρχεις,
όμορφή μου ανάμνηση".
Στόχοι...
Στόχοι...
Ψεύτικα ονόματα, ψεύτικοι χαρακτηρισμοί, κάλπικες σκέψεις, ωραιοποιημένη άρνηση, συναισθήματα που χαλούν την νέα τάξη πραγμάτων που προσπαθείς με βία να επιβάλεις, το σωστό, το ορθό, το πρέπον, το ακατονόμαστο...
Αυτό που φοβάσαι περισσότερο από κάθετί, γιατί απλά έχει ριζώσει στην ψυχή σου, κομμάτι της έγινε...
Πονούν τα όσα δεν μπορείς κατάματα να αντικρίσεις, μα πιότερο απ' όλα πονούν τα όσα δεν μπορείς να ονομάσεις που κάποτε με άγια λόγια κι άπειρα χρώματα έντυνες...
Κυλάει η ζωή σαν τρεχάμενο νερό και γεμίζει ένα ποτήρι... μισογεμάτο ή μισοάδειο, ανάλογα το πώς θα το περιγράψεις... οπτικής γωνίας το ανάγνωσμα...
Ζωή... τι να προλάβεις απ' αυτήν, κλεισμένο Ον, μέσα στις σκέψεις σου, τους φόβους, τις ανασφάλειες και το Εγώ το ακατανίκητο ως κερασάκι στην τούρτα να δεσπόζει και να επιβάλλεται στο κάθε σου βήμα...
Στόχοι... ναι... πάντα υπάρχουν, έως τον αιώνα τον άπαντα εκεί θα στέκονται κι αύξων αριθμό θ΄αλλάζουν το χρόνο να μετρούν...
Όμως πόσους από αυτούς δε θ' άλλαζες κάποια στιγμή, για ένα μόνο βλέμμα, για ένα συναίσθημα που θα γεμίσει τους ικανοποιημένους πλέον στόχους, όταν θ' αγγίξεις και τον τελευταίο και θα πασχίζεις να μαζέψεις ανύπαρκτα ή ξεψυχισμένα συναισθήματα που κάποτε έντυναν τα όνειρα που ονόμαζες ζωή σου...
Αυτό που φοβάσαι περισσότερο από κάθετί, γιατί απλά έχει ριζώσει στην ψυχή σου, κομμάτι της έγινε...
Πονούν τα όσα δεν μπορείς κατάματα να αντικρίσεις, μα πιότερο απ' όλα πονούν τα όσα δεν μπορείς να ονομάσεις που κάποτε με άγια λόγια κι άπειρα χρώματα έντυνες...
Κυλάει η ζωή σαν τρεχάμενο νερό και γεμίζει ένα ποτήρι... μισογεμάτο ή μισοάδειο, ανάλογα το πώς θα το περιγράψεις... οπτικής γωνίας το ανάγνωσμα...
Ζωή... τι να προλάβεις απ' αυτήν, κλεισμένο Ον, μέσα στις σκέψεις σου, τους φόβους, τις ανασφάλειες και το Εγώ το ακατανίκητο ως κερασάκι στην τούρτα να δεσπόζει και να επιβάλλεται στο κάθε σου βήμα...
Στόχοι... ναι... πάντα υπάρχουν, έως τον αιώνα τον άπαντα εκεί θα στέκονται κι αύξων αριθμό θ΄αλλάζουν το χρόνο να μετρούν...
Όμως πόσους από αυτούς δε θ' άλλαζες κάποια στιγμή, για ένα μόνο βλέμμα, για ένα συναίσθημα που θα γεμίσει τους ικανοποιημένους πλέον στόχους, όταν θ' αγγίξεις και τον τελευταίο και θα πασχίζεις να μαζέψεις ανύπαρκτα ή ξεψυχισμένα συναισθήματα που κάποτε έντυναν τα όνειρα που ονόμαζες ζωή σου...
ΤΥΛΙΧΤΗΚΑΝ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ Naxion
Τινούβιελ
Τινούβιελ
Μαγεύτρα αθάνατη Θεά, του Ιλούβαταρ το πιο όμορφο τέκνο... του Ντάερον του Αοιδού η μούσα, αιθέρια, πανώρια ύπαρξη, αερικό και πρωτογέννητη... οπτασία ανέγγιχτη από τα βέβηλα τα μάτια των θνητών, οι ασημένιες φυλλωσιές των δέντρων μόνο να τη θωρούν κι ανάμεσά τους ως μαινάδα χορεύοντας να τα μαγεύει...
...ένα με τα χρυσά κλαδιά, ένα με τ' ασημένια φύλλα... ένα με τη χλόη, ένα με την ομίχλη, ένα με το φεγγάρι... Ήλιος το πρόσωπό της, χείμαρρος τα ξέπλεκα μαλλιά της λουσμένα στο φεγγαρόφως, λαλιά αηδονιού η φωνή της, τη φύση να μαγεύει...
Παραδομένη η Φύση και σπονδή στην ομορφιά της τα Νίφρεντιλ, τα κρίνα, που θα φυτρώσουν και θα δουν το φως στο πρόσωπό της, από τη λάμψη της ζωή να έχουν πάρει, αιώνια το όνομά της να καλούν, Αυτή να συμβολίζουν ...
Λούθιεν...

Ποιος τόλμησε το φως κατάματα να δει, το ρόδο στο χέρι να κρατήσει, τ' αγκάθια του βλαστού να αψηφήσει... ουδείς αθάνατος δεν άπλωσε το χέρι, κι ούτε το βλέμμα πρωτογέννητου τόλμησε να πλανηθεί εκεί που τα συναισθήματα γεννιούνται κι οργιάζουν, πάνω σε κείνη την ομορφιά που σαν την κρύα τη λεπίδα αναπνοή από όλους γύρω να στερεί...
Όσα οι αθάνατοι δεν τολμούν, η ύπαρξη θνητών τα συμπληρώνει... Πόσο ασήμαντη, πόσο μικρή και τιποτένια και πόσο αδύναμη αυτή η άχαρη, η πλασμένη θνητή γενιά...
Μα με πόσο θάρρος που στερούνται οι Θεοί το βλέμμα θα σηκώσει, με θράσος θα το πλέξει κι εκείνο που δεν αγγίζεται δικό της θα το κάνει...
...παντοτινά...
Μπέρεν...
Πώς πλησιάζεις μια Θεά, πώς η αθανασία αφήνεται στην άκρη για του έρωτα τη χάρη? Πώς να νιώθεις ως θνητός που στη διάβα σου, σε κάθε βήμα σου - παρέα με του χρόνου το ψύχος και τη φθορά το θάνατο προσμένεις, πάνω στην αφθαρσία και στο πάγωμα του χρόνου αν σκοντάψεις?
Πόσο αντέχεις του Άστρου το φωτεινό το πρόσωπο να δεις, τον πόνο της άθλιας ύπαρξής σου να ξεπεράσεις, το χέρι το θνητό να απλώσεις, όνομα να δώσεις σ' αυτό το πλάσμα που η λογική σου να περιγράψει δεν μπορεί?
Τινούβιελ θα τ΄ονομάσεις...
Τι είναι αυτό που μιας Θεάς τη λογική θ' αλώσει, την αθάνατη την κρύα την καρδιά με λάβα θα ποτίσει, συναισθήματα πρωτόγνωρα πάνω της θ' απλώσει και στον ιστό αυτής της τρέλας όλο το είναι της θα δέσει...?
Έρωτας, ο πιο παράλογος ο πιο παράτολμος ο πιο καταδικασμένος που γεννήθηκε ποτέ... ό,τι πιο όμορφο γέννησε ανθρώπου νους, ό,τι πιο βέβηλο άγγιξε το Θείον...
Και δώρο για αυτό που δεν ένιωσες ποτέ, το πέπλο της αθανασίας από πάνω σου θα βγάλεις, Θεά...
Ειμαρμένη μα και επιλογή... με την αθανασία να τραφείς, το θάνατο εντέλει να διαλέξεις, τη μοίρα των θνητών - αυτή που και τους Θεούς τρομάζει - δικιά σου να την κάνεις...
...ένα με τα χρυσά κλαδιά, ένα με τ' ασημένια φύλλα... ένα με τη χλόη, ένα με την ομίχλη, ένα με το φεγγάρι... Ήλιος το πρόσωπό της, χείμαρρος τα ξέπλεκα μαλλιά της λουσμένα στο φεγγαρόφως, λαλιά αηδονιού η φωνή της, τη φύση να μαγεύει...
Παραδομένη η Φύση και σπονδή στην ομορφιά της τα Νίφρεντιλ, τα κρίνα, που θα φυτρώσουν και θα δουν το φως στο πρόσωπό της, από τη λάμψη της ζωή να έχουν πάρει, αιώνια το όνομά της να καλούν, Αυτή να συμβολίζουν ...
Λούθιεν...
Ποιος τόλμησε το φως κατάματα να δει, το ρόδο στο χέρι να κρατήσει, τ' αγκάθια του βλαστού να αψηφήσει... ουδείς αθάνατος δεν άπλωσε το χέρι, κι ούτε το βλέμμα πρωτογέννητου τόλμησε να πλανηθεί εκεί που τα συναισθήματα γεννιούνται κι οργιάζουν, πάνω σε κείνη την ομορφιά που σαν την κρύα τη λεπίδα αναπνοή από όλους γύρω να στερεί...
Όσα οι αθάνατοι δεν τολμούν, η ύπαρξη θνητών τα συμπληρώνει... Πόσο ασήμαντη, πόσο μικρή και τιποτένια και πόσο αδύναμη αυτή η άχαρη, η πλασμένη θνητή γενιά...
Μα με πόσο θάρρος που στερούνται οι Θεοί το βλέμμα θα σηκώσει, με θράσος θα το πλέξει κι εκείνο που δεν αγγίζεται δικό της θα το κάνει...
...παντοτινά...
Μπέρεν...
Πώς πλησιάζεις μια Θεά, πώς η αθανασία αφήνεται στην άκρη για του έρωτα τη χάρη? Πώς να νιώθεις ως θνητός που στη διάβα σου, σε κάθε βήμα σου - παρέα με του χρόνου το ψύχος και τη φθορά το θάνατο προσμένεις, πάνω στην αφθαρσία και στο πάγωμα του χρόνου αν σκοντάψεις?
Πόσο αντέχεις του Άστρου το φωτεινό το πρόσωπο να δεις, τον πόνο της άθλιας ύπαρξής σου να ξεπεράσεις, το χέρι το θνητό να απλώσεις, όνομα να δώσεις σ' αυτό το πλάσμα που η λογική σου να περιγράψει δεν μπορεί?
Τινούβιελ θα τ΄ονομάσεις...
Έρωτας, ο πιο παράλογος ο πιο παράτολμος ο πιο καταδικασμένος που γεννήθηκε ποτέ... ό,τι πιο όμορφο γέννησε ανθρώπου νους, ό,τι πιο βέβηλο άγγιξε το Θείον...
Και δώρο για αυτό που δεν ένιωσες ποτέ, το πέπλο της αθανασίας από πάνω σου θα βγάλεις, Θεά...
Ειμαρμένη μα και επιλογή... με την αθανασία να τραφείς, το θάνατο εντέλει να διαλέξεις, τη μοίρα των θνητών - αυτή που και τους Θεούς τρομάζει - δικιά σου να την κάνεις...
ΤΥΛΙΧΤΗΚΑΝ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ Naxion
ΠΕΝΘΕΣΙΛΕΙΑ
Πενθεσίλεια
Σκληρός χαλκός... κασσίτερος, πολύτιμο χρυσάφι κι ασήμι να τον ντύνουν... πέντε οι πτυχές μετάλλων περίτεχνα δεμένες, δοράτων και βελών αιχμές να αποκρούουν... λαμπρό στεφάνι, τρίδιπλο κι αργυρός τελαμώνας να κρέμεται, το σύνολο να δένει... το σώμα Αυτού που έμελλε να την κρατά, αλώβητο ν' αφήσει...
Θνητός κι αθάνατος ο ισόθεος Πηλείδης... Και πόσο τρομερός αυτός ο θυμός που από την αρχή τον κατευθύνει... Μα πόσο πιο τρομερός ο 'Ερωτας που στα δεσμά του άρματός του θα τον δέσει εκεί που δεν τον περιμένει και σαν του Πριάμου το γιο πίσω του θα τον σέρνει, νεκρό, γυμνό, στο γύρο του θριάμβου...Νεκρώνεται η σάρκα όταν παραλύει, το θάνατο πλησιάζει... Μα όταν παραλύουν τα συναισθήματα, η αιχμή του βέλους του θεού απλά το στόχο της έχει βρει... Κι ας τυλίγουν τα δώρα των θεών το θείο σώμα του ήρωα, κι ας σπάνε πάνω δόρατα, βέλη ξίφη... αδύναμα, θνητών τα χέρια τα βαστούν και τα εκσφενδονίζουν... Τα λαμπρά τα δώρα των θεών δεν είναι εύκολο από θνητούς να νικηθούν...
Ατύχησε...
Κι εκείνους τους παντοδύναμους θεούς, ο Έρως εξουσιάζει, πόσο τους θνητούς...
Πέντε οι αισθήσεις που παραλύουν όταν η αιχμή του βέλους του θεού, το σώμα διαπεράσει...
Πενθεσίλεια...
Τι θέλησες, τι γύρευες, κόρη του Άρη και βασίλισσα του αλαργινού του Πόντου στη ματωμένη άμμο της Τρωάδος? Χρόνια ατέλειωτα, θνητοί κι αθάνατοι με λύσσα και οργή ζωές σαν τα γιομωμένα στάχια εκεί θερίζουν... και ματωμένος, άχαρος κι ασήμαντος ο λιγοστός καρπός τους...
Ανδρεία εκ του ανδρός... Και πόση η ταπείνωση, η οργή μα κι ο κρυφός ο θαυμασμός για την ανδρεία της Αμαζόνας που τα πλήθη των Αχαιών ως τα καράβια τους θ' ακολουθήσει η ανδροκτόνος, σκορπώντας μ' ορμή το θάνατο ανάμεσά τους...
Η περίτεχνη η προσωπίδα της θεάς με το λοφίο που ανεμίζει, μια τρομερή όψη στα μάτια των Αχαιών... Ποιος δαίμονας ξεχύθηκε και τις ζωές αρπάζει, στου Αϊδωνέα την αυλή με βία να τις στέλνει, αέναα να βολοδέρνουν κάτω από το μαύρο, το ανήλεο της γης το χώμα?
Ζωές κομμένες γύρω της, δόρατα κι ασπίδες τσακισμένες, ματωμένα σώματα, τσακισμένα μέλη... Βία, οργή... θρήνος. Σαν την μαινάδα που με ξέπλεκα μαλλιά κι ακάλυπτο το σώμα στα δάση θα χαθεί, το δαίμονά της ν' ακολουθήσει...
Τι νά νιωσες, βασίλισσα, του Πηλέα το γιο αρματωμένο μες το φως σαν είδες? Ούτε στιγμή δε σκέφτηκες, τρελή, ποιος ο θεός μπροστά σου που ορθώθηκε, αφού οι θνητοί σκόρπισαν μπροστά στου δόρατός σου την ορμή?
Στιγμή δε δείλιασες... με δύναμη το δόρυ εκσφενδόνισες, το νήμα της ζωής του φοβερού εχθρού να κόψεις... Τσακίστηκε το όπλο σου, χίλια κομμάτια το κοντάρι πάνω στη φοβερή ασπίδα, την καλοδουλεμένη... πέντε πτυχές, τις δυο θα διαπεράσει... Χρυσός, το δώρο των θεών... η αιχμή το σώμα δε θ΄αγγίξει... Το δεύτερο κοντάρι του πρώτου την πορεία και την τύχη την πικρή θε ν' ακολουθήσει...
Τι να σκεφτόσουν, Αμαζόνα, όταν το δόρυ του ισόθεου μ' ορμή στο στήθος σε χτυπούσε, στη ματωμένη άμμο σ' έριχνε ένα μ' αυτή για να γενείς? Ποιες σκέψεις άραγε να πέρασαν σε μια στιγμή μπροστά σου?
Τι ένιωσες, πώς ένιωσες όταν το χέρι του ανδρός που τη ζωή σου πήρε, την κρύα προσωπίδα από το κεφάλι σου τραβάει, το βλέμμα του εχθρού του νικημένου ν' αντικρίσει? Ποτάμι τα χρυσά μαλλιά - δώρο θεών κι αυτά... κάθε χρυσό - μες το ποτάμι του αίματος βουτηγμένα...
Δύο ρίψεις δόρατος... δύο χαμένες ευκαιρίες το στόχο για να βρεις... Μα ακόμη και στου θανάτου το κατώφλι, ο έρωτας καραδοκεί... Και βρίσκει πάντα στόχο...
Πώς χάνονται οι αισθήσεις? Πώς παγώνει ο χρόνος? Τι είναι αυτό που ανοίγεται όταν τα μάτια συναντιόνται και το βλέμμα σώμα ψυχή τα διαπερνά και στην καρδιά φωλιάζει?
Σκόρπισε ο θυμός, συγκίνηση ευθύς για να καλύψει το κενό απλώνεται... Τίποτα δεν είναι γραφτό του κενό κι αδειανό να μείνει... Λύγισαν τα γόνατα, κι η ασπίδα που σε τύλιγε, στο χώμα πεταμένη... Αγκαλιά μ' αυτό που αγνοούσες την ύπαρξή του, να του χαϊδεύεις τα μαλλιά, το πρόσωπο, το αίμα από τα μάγουλα πασχίζεις για να διώξεις...
Κι οργή τα χέρια σου με το λαιμό του θα τα πλέξει...
Τι νά νιωσες, ισόθεε, κοιτώντας τα χέρια σου μες τη ζεστή σκηνή σου? Το αίμα κι αν ξεπλύθηκε, μες την ψυχή σου απλώθηκε, την τύλιξε, την κάλυψε, ένα μαζί της έγινε...
...
Πώς παίζεις, Έρωτα, με τις ψυχές? Συνείδηση δεν έχεις? Τυλίξου με τον φωτεινό μανδύα της περηφάνιας, στο γύρο του θριάμβου να χαθείς... μα μην γυρίσεις πίσω σου να δεις στο άρμα σου ποιους σέρνεις ...
ΤΥΛΙΧΤΗΚΑΝ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ Naxion
ΙΧΝΗ ΕΡΩΤΩΝ
Ίχνη ερώτων

Ο Σεφέρης στη Μαρώ
[Αθήνα.] Κυριακή πρωί [29 Σεπτεμβρίου 1940]
Μόλις τώρα πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πώς σε περιμένω. Γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες σ' έχω φριχτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, και όταν ήσουν ακόμη κοντά μου, δε σε είχα όπως θα το ήθελα. - Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέπτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα τα άλλα χάνουνται, όπου κι να βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα.
Και δεν μπορώ να σου το γράψω αλλιώς.
Μόλις τώρα πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πώς σε περιμένω. Γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες σ' έχω φριχτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, και όταν ήσουν ακόμη κοντά μου, δε σε είχα όπως θα το ήθελα. - Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέπτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα τα άλλα χάνουνται, όπου κι να βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα.
Και δεν μπορώ να σου το γράψω αλλιώς.
Γιώργος
[Υ.Γ.] Γράψε μου δυο λόγια μόλις λάβεις το γράμμα. Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνσή μου.
Η Μαρώ στο Σεφέρη
[Τράπεζα.] Τρίτη [1 Οκτωβρίου 1940]Τούτο νάναι το τελευταίο γράμμα. Ποιος αγέρας τράνταξε το κορμί σου;
Δόξα τον Θεό!
Και βέβαια να μην το γράψεις αλλιώς. Τη διεύθυνση την έγραψα λάθος; Ξέρεις, κατάλαβες ότι πήγα να χάσω τα λογικά μου τούτο τον τελευταίο καιρό; Ας αφήσω τις τραγικούρες, δε σου πάνε. Το ξέρεις ότι, παρ' όλα, είσαι ένας ελεεινός, χαριτωμένος άνθρωπος και πως πρέπει ακόμη να σε προσέξω πάρα πολύ για να σε μάθω; Έρχομαι... Φθάνω
Μαρώ
Σεφέρης και Μαρώ, Αλληλογραφία Α' (1936 - 1940) Ο ποιητής και διπλωμάτης συνάντησε τη Μαρώ του ως σύζυγο Ανδρέα Λόντου και μητέρα δύο παιδιών. Οι δυο τους αψήφησαν το σκάνδαλο που συνόδευε τον έρωτα που τους έδεσε, και ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια, φτιάχνοντας μια σχέση που κράτησε όσο η ζωή τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

