Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΕΡΩΣ & ΨΥΧΗ


Έρως και Ψυχή

Η ανεπάρκεια της ευφυΐας και των υποθέσεων στη σκιαγράφηση εικόνας εκείνης της συγκεχυμένης κατάστασης που δημιούργησε τα πάντα, η μορφή και η διάταξη του άναρχου του Χάους, το αληθοφανές της τάξης που ξεπηδά μέσα από την αταξία… κι ο Έρωτας ο θείος που στο σύνολο με μια θηλιά σφιχτή όλα θα τα δέσει, εκτός της φαντασίας της αχαλίνωτης που ελεύθερη θύρες σφαλισμένες μεμιάς θα θρυμματίσει, φτερά ν’ ανοίξει, ν’ απλωθεί, εκεί στο άπειρο που κι οι θεοί κινούνται…
Δε δένεται η σκέψη η ατίθαση, δε φυλακίζεται η ιδέα, δεν τιθασεύεται ο νους ο σπινθηροβόλος, μα μόνο από μια άλλη σκέψη κατακτιέται, αλώνεται κι αλυσοδεμένος θα συρθεί…

Τι είναι ο έρωτας? Χημεία, συναίσθημα, κατάσταση, δεσμώτης και λυτρωτής, δυνάστης κι ελευθερωτής, κυρίαρχος Θεός. Η δύναμη η απερίγραπτη που στον ουρανό θα ανεβάσει αλλά και στον Άδη με πάταγο θε να σε πετάξει. Αποζητά η ψυχή τον έρωτα κι εκείνος τον ξενιστή που θα τον θρέψει με τη σειρά του αέναα, εκεί θε να γυρεύ
ει…

Έρως και Ψυχή, ίδια αναλλοίωτη σύσταση κι ουσία, ομορφιά απερίγραπτη και θείο ζευγάρι ταιριαστό…

Μόνο που ποτέ, ποτέ δεν πρέπει εκείνη το πρόσωπο του να αντικρύσει και που η Νύχτα στα πέπλα της με περισσή στοργή τυλίγει… εντολή και νόμος απαράβατος σκληρός κι άκαρδος σ' όλο το σύνολό του…


Απατηλές οι σκέψεις που το νου της θα τυλίξουν, μ’ αμφιβολίες κι υποψίες ως πάνω θε να τον γεμίσουν…

Έρως ο τιμωρός, Έρως ο λυτρωτής, Έρως το ξύπνημα της θηλυκότητας…

Και καρπός του Έρωτα και της Ψυχής, η Ηδονή η ίδια…





Απόρθητα και άλλα...

Απόρθητα και άλλα...

Πόσα γίνονται γύρω μας και θα θέλαμε να είναι αλλιώς. Πόσα θεωρούμε ότι μας αξίζουν και δε θα τα γευτούμε ποτέ... Μένουμε στη σκληρή κρούστα, δαγκώνουμε τον πάγο, σταματάμε στον τοίχο μπροστά μας που ορθώνεται τείχος. Τείχος πανύψηλο, θεόρατο, απρόσιτο, συμπαγής φυσική πέτρα, χωρίς κάποια είσοδο, χωρίς κάποιο σημείο χαλαρό ανάμεσα στους αρμούς ώστε να μπορείς να εισέλθεις... Κι ο πολιορκητικός κριός άχρηστος, στο τείχος ρήγμα δε θα επέλθει όσο κι αν προσπαθείς…

…εκτός αν…

Πότε είπες τελευταία φορά "σ' αγαπώ"?

Όχι μηχανικά, όχι επειδή πρέπει να ακουστεί, ή απλά επειδή πρέπει να ειπωθεί ή επειδή κατάντησε μια λέξη καραμέλα μέσα σε μία σχέση ανόμοιων μα τόσο όμοιων όντων…

Πότε ένιωσες την αύρα γύρω σου να ηλεκτρίζεται μέσα σ’ ένα αντίστοιχο πεδίο ενός άλλου πλάσματος και το αποτέλεσμα να σε τυλίγει με χρώματα, εικόνες, αρώματα, και μύρια συναισθήματα που δεν ήξερες καν ότι τα είχες? Να ανεχτείς στο ίδιο τετραγωνικό που σ' αναλογεί μια δεύτερη ψυχή να σε στοιχειώσει? Εκεί, για πάντα, κι ας μην το πίστεψε ποτέ...

Τι είναι η αγάπη, ξέρεις? Αφοσίωση, στοργή, ψυχικός δεσμός, αντικείμενο συμπάθειας, σκεύος ηδονής, αοριστολογίες φαντασιόπληκτου?

Αγάπη είναι να δέχεσαι αδιαμαρτύρητα, να δίνεις όσα έχεις και τίποτα να μην κρατάς, να δέχεσαι αιμόφυρτο σ' αρένες να σε σέρνουν, ξέροντας ότι ό,τι είχες απλά σε άλλον θα δοθούν, κι εκείνος ή εκείνη τρόπαιο θα στήσουν αφού το σκηνικό με τα δικά τους συμπληρώνουν, το σύνολο ως δικό τους θα διαφεντεύουν, ζώντας απ’ αυτό, ζώντας μ’ αυτό, ζώντας γι’ αυτό…

Κι ο έρωτας?

Τοξεύει αόριστα κι όποιον πάρει ο Χάρος. Σε άλλους εξοστρακίζονται τα βέλη, ούτε που ξύνουν την πανοπλία τους. Άλλους τους καρφώνει και τους μεταμορφώνει αφήνοντας πληγές δυσβάσταχτες που δε θα κλείσουν ποτέ. Αλάτι στην πληγή τα πάντα γύρω τους…

Αισθήματα που παραγκωνίζονται και λόγια που σταχυολογούνται…

Πότε είπες τελευταία φορά "σ' αγαπώ"?



ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΣΤΕΡΙ


Το δικό μου αστέρι

‘Oλα τα πρωινά ήταν ίδια στη μικρή λίμνη μέσα στο δάσος. Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου ξαφνικά όλα τα μικρά πλασματάκια ξυπνούσαν και γέμιζαν με τις φωνές τους το τοπίο. Κάτω από έναν μικρό θάμνο, δίπλα στο γαλάζιο νερό της λίμνης, κοιμόταν συχνά μια μικρή νεράιδα…ήταν μικροσκοπική με χρωματιστά φτερά και φορούσε πάντα το αγαπημένο της φόρεμα κόκκινο με λευκές μικρές κουκίδες. Εκεί, κάτω από το θάμνο μπορούσε κανείς μετά βίας να ξεχωρίσει το μικροσκοπικό κεφαλάκι της Fidget, όταν κοιμόταν στην αγαπημένη της κρυψώνα. Δεν της άρεσε να κοιμάται μαζί με την οικογένεια της προτιμούσε την ηρεμία, άλλωστε η οικογένεια Rainbowglow ήταν από τις πιο σημαντικές οικογένειες στο δάσος. Στο σπίτι πάνω στο μεγάλο δέντρο όπου ζούσε μπορούσε να αντικρίσει κανείς όλα της τα αδέρφια που και αυτά είχαν φτιάξει δική τους οικογένεια αλλά λόγω της παράδοσης των ξωτικών θα έπρεπε να μένουν όλοι μαζί για να αντιμετωπίζουν το κίνδυνο που παραμόνευε σε κάθε γωνία. Η Fidget όμως ποτέ δεν το κατάλαβε αυτό, «Ποιος κίνδυνος;» σκεφτόταν συχνά. « Μπα! Αυτά είναι παραμύθια για τα μικρά ξωτικά που δεν κάθονται ήσυχα και συνέχεια πηδάνε από κλαδί σε κλαδί και από νούφαρο σε νούφαρο». Έτσι κάθε βράδυ ξεγλιστρούσε από το κλαδάκι της και κατέβαινε στον θάμνο. Μέσα στο σκοτάδι και την ηρεμία ξάπλωνε στο δροσερό χορτάρι και κοιτούσε τα αστέρια. Ήθελε πολύ κάποτε να αποκτήσει το δικό της αστέρι εκεί ψηλά. ’λλα αν και με τα φτερά της πετούσε πολύ γρήγορα ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει εκεί στον μαύρο ουρανό με τα μικρά φωτάκια. Συχνά ανάμεσα στις σκέψεις της αυτές την έπαιρνε ο ύπνος. Ευτυχώς ποτέ κανείς δεν την ενοχλούσε, μόνο όταν ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπο της με τις ακτίνες του καταλάβαινε πως έπρεπε να αφήσει το καταφύγιο της. Ποτέ δεν μπόρεσε να αντέξει το φως του ήλιου γι’αυτό την έβλεπε κανείς να κάθεται πάντα στο φως του απόλυτου φεγγαριού, στην πανσέληνο. Μόνο τότε δεν κατσούφιαζε τα μάτια της…Όμως το στρόγγυλο φεγγάρι θα αργούσε να φανεί και πάλι, θα πρεπε να περιμένει 28 ημέρες! Αυτά τα πρωινά πετούσε μέχρι το δέντρο και πήγαινε κατευθείαν στην μαμά της, ήξερε πως έπρεπε να την βοηθήσει να καθαρίσουν το κλαδί που γέμιζε μικρά ζωύφια και σκόνη από τον άνεμο που συχνά φυσούσε. Κάποια άλλα πρωινά κρατούσε τα μικρά της ανίψια, δεν είχε πολύ που είχαν γεννηθεί, ούτε που γνώριζαν καλά καλά να κουνάνε τα φτεράκια τους. Δεν την ενοχλούσε καθόλου που περνούσε την ώρα της με τα μικρά άλλωστε της άρεσε να τους μαθαίνει νέα πράγματα, σε ποιο φύλλο θα κάνουν την καλύτερη τσουλήθρα, πιο νούφαρο έχει την καλύτερη θέα και πώς να πετάνε ψηλά μέχρι τα πρώτα σύννεφα. Τα μικρά ήταν ξετρελαμένα μαζί της. Συχνά η Fidget παρατηρούσε τον μικρό της ανιψιό. Είχε πάντα κάτι ξεχωριστό, το ένα του φτεράκι ήταν πιο μικρό από το άλλο και έτσι δεν μπορούσε να πετάξει με άνεση. Το βράδυ που είχε γεννηθεί η Fidget είχε ακούσει κρυφά τους γονείς της να μιλούν με τον μάγο του δάσους. « Ο μικρός ανήκει στους εκλεκτούς» είπε ο γέρο-μάγος « Η προφητεία το λέει καθαρά: σημάδι θα φέρει για να τον αναγνωρίσετε και θα είναι ο αρχηγός των ξωτικών». «Λες;» σκέφτηκε. Χρόνια τώρα περίμεναν να γεννηθεί ο επόμενος αρχηγός μια και ο Bracken Elffly είχε πια γεράσει ούτε που άκουγε καλά καλά. Η αλήθεια είναι πως ο μικρός ήταν διαφορετικός, ποτέ κάποιος στην οικογένεια δεν είχε τόσο φωτεινή αύρα όσο αυτόν. «Είναι πραγματικά υπέροχο» σκέφτηκε η Fidget. Όταν έφτανε το μεσημέρι τα μικρά πήγαιναν για ύπνο έτσι ξέκλεβε χρόνο και ανέβαινε στο αγαπημένο της σύννεφο…. «Είναι ωραία εδώ πάνω! Τι λες Gossamer ..» έλεγε συχνά στην φίλη της. Το σύννεφο ήταν το σημείο συνάντησης τους. Από εκεί πάνω μπορούσαν να δουν όλα τα πλάσματα του δάσους. Όταν δεν είχε φασαρία από τα πουλιά που πετούσαν εκεί συνήθιζαν να ονειρεύονται πως θα ήταν η ζωή πάνω στα αστέρια πέρα από το δάσος και τους κανόνες του. Ο μύθος έλεγε πως μια πολύ όμορφη νεράιδα κατάφερε να φτάσει στα αστέρια και να βρει κάτι πραγματικό μαγικό εκεί, τόσο που ποτέ ξανά δεν την είδαν στο δάσος. « Αν κοιτάξεις τα αστέρια το βράδυ της πανσελήνου θα την δεις!» είπε η Gossamer.. «Σαχλαμάρες! εγώ τόσα βράδια έχω περάσει στο θάμνο κοιτώντας την πανσέληνο δεν την βλέπω» απάντησε με παράπονο η Fidget.. « γιατί δεν βλέπεις καθαρά, πρέπει να πας πιο κοντά στα αστέρια Fidget». Κάθε ημέρα η ίδια συζήτηση, τόσο που η Fidget άρχισε να πιστεύει πως ποτέ δεν υπήρξε αυτή η νεράιδα τελικά… Μετά από τις συζητήσεις της άρεσε να μένει μόνη και να ψάχνει την λύση. « Πως θα φτάσω πιο κοντά στα αστέρια; Η κορυφή του δέντρου..» σκέφτηκε και τίναξε γρήγορα τα φτερά της. Στο δάσος υπήρχε ένα πολύ ψηλό και γέρικο δέντρο και δεν επιτρεπόταν στις μικρές νεράιδες να ανέβουν εκεί « Γιατί όμως;» αναρωτήθηκε.. «Θα πάω, δεν φοβάμαι αυτά είναι όλα ψέματα των μεγάλων» έλεγε συνέχεια στον εαυτό της. Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία άρχισε να ανεβαίνει ένα ένα τα κλαδιά…Σύντομα στεκόταν στην κορυφή του δέντρου. « Είναι πιο ωραία και από το σύννεφο εδώ!» «Μα τι γίνεται; Τι είναι όλα αυτά τα μικρά πλάσματα που ζουν εκεί πέρα;». Πέταξε και βρέθηκε στην άλλη πλευρά του δάσους. Κάτω στο γρασίδι υπήρχαν πολλά ξωτικά που φώναζαν και έπαιζαν μεταξύ τους. Όλα φαίνονταν τόσο χαρούμενα. «Μα δεν είναι δυνατόν αυτά τα πλάσματα λάμπουν όπως τα αστέρια του ουρανού! Τι έχουν πάθει;» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση της και ένιωσε κάποιον να της αγγίζει τα φτερά.. «Ε! Τι κάνεις εκεί;» αναφώνησε η Fidget « Τίποτα θαύμαζα αυτά τα πολύχρωμα πράγματα που έχεις κολλημένα στην πλάτη σου. Δεν πέφτουν; Είναι πάντα εκεί;».Τι ενοχλητικός τύπος σκέφτηκε. « Δεν είναι πράγματα! Τα λένε φτερά και μην τα πειράζεις.» «Α! δεν σε έχω δει ξανά, μένεις στην βόρεια πλευρά του δάσους;» είπε το ξωτικό. «Πολλά δεν ρωτάς;» δεν της άρεσε να της κάνουν ερωτήσεις αλλά τώρα ήταν αναγκασμένη να απαντήσει, αυτό το πλάσμα μπορεί να της έκανε κακό. ’σε που δεν μπορούσε να τον κοιτάξει καλά. Αυτή η λάμψη ενοχλούσε τα μάτια της όπως και ο ήλιος. «Είσαι παράξενος! Το ξέρεις;» «Είμαι ξωτικό όπως εσύ μόνο που μένω ψηλά στον ουρανό τα βράδια σε ένα αστέρι και πρέπει να φωτίζω για να βλέπω αλλά και να με βλέπουν. Είναι πολύ σκοτεινά εκεί πάνω ξέρεις». Μα τι έλεγε; Έμενε σε ένα αστέρι! Η Fidget δεν πίστευε στα αυτιά της. «Ξέρεις έχω έναν ανιψιό που φωτίζει όπως εσύ αλλά είναι μικρούλης τώρα. Για στάσου! Αυτός δεν μένει σε αστέρι όμως.» του είπε. « Θα με πας να τον δω;» είπε το ξωτικό. «Μα δεν ξέρω καν πως σε λένε. Κι αν είσαι επικίνδυνος;».Το ξωτικό ξέσπασε σε γέλια… «Ω! δεν έπρεπε να σου μιλήσω από την αρχή.» είπε η Fidget και άρχισε να φεύγει πίσω στο μεγάλο δέντρο. «Στάσου με λένε Hex μην τρέχεις!».Μετά από λίγο βρέθηκαν και οι δυο στην κορυφή του δέντρου. « Είναι πολύ ωραία εδώ…..μα, δεν μου είπες το όνομα σου» .« Fidget…με λένε Fidget» είπε και εξαφανίστηκε. Ο Hex δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι, ήταν η ωραιότερη νεράιδα που είχε δει ποτέ. Έπρεπε να την βρει, ίσως χρειαζόταν να πάει στην δική της πλευρά του δάσους. Μετά από πολλή σκέψη και αφού είχαν ήδη περάσει πολλές νύχτες ο Hex αποφάσισε να σκαρφαλώσει το γέρικο δέντρο. Βρέθηκε στην βόρεια πλευρά του δάσους….όλα ήταν διαφορετικά εδώ. Η λίμνη φάνταζε υπέροχη και να…το αστέρι, το σπίτι του καθρεπτιζόταν σε αυτή καθαρά…ξαφνικά άκουσε μια φωνή « Σιγά μην μένει σε αστέρι! Αφού τα αστέρια είναι μακριά από εδώ». Ήταν η Fidget, επιτέλους την είχε βρει. Και ήταν όμορφη, πολύ όμορφη. Το ολοστρόγγυλο φεγγάρι φώτιζε τα πολύχρωμα φτερά της… « Νόμιζα πως δεν θα σε ξαναδώ» της είπε. « Τι κάνεις εδώ; Σε είδε κανείς;» είπε η Fidget και πετάχτηκε από το θάμνο όπου ξάπλωνε. « Ηρέμησε λίγο! Πάντα έτσι νευρική είσαι; Και εγώ που έκανα τόσο δρόμο για να έρθω να σε βρω.» Είχε δίκιο, ήταν πολύ νευρική γιατί κατά βάθος ποτέ δεν έπαψε να τον σκέφτεται…τον έψαχνε στα αστέρια εκεί ψηλά. Εκείνο το βράδυ όπως και τα επόμενα που ήρθαν η Fidget και ο Hex τα περνούσαν παρέα. Ώρες ολόκληρες συζητούσαν και γελούσαν, είχαν να μάθουν πολλά ο ένας για τον άλλον. Είχε φτάσει ο καιρός για την νέα πανσέληνο, το φεγγάρι ήταν και πάλι εκεί, όπως και ο Hex με την Fidget. «Σήμερα είσαι διαφορετικός γιατί;» τον ρώτησε «Να σκεφτόμουν…» είπε ο Hex αλλά δίστασε « Τόσο καιρό μένουμε εδώ στο δάσος, μήπως θα ήθελες να έρθεις να μείνουμε μαζί πάνω ….στο αστέρι?» για λίγο δεν ακούστηκε τίποτα, η Fidget φάνηκε ξαφνιασμένη… «Πάντα ήθελα να φτάσω στα αστέρια και να αποκτήσω μια ημέρα το δικό μου, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι κάποιος θα με βοηθούσε να πραγματοποιήσω την ευχή μου. Και να που τώρα ήρθες εσύ»... «Δηλαδή θα έρθεις;!» Δεν χρειάστηκε να απαντήσει σε αυτό….από εκείνο το βράδυ και σε κάθε πανσέληνο η Gossamer στέκει στον θάμνο της φίλης της και την χαιρετά εκεί ψηλά…στο αστέρι της! «Ήταν αλήθεια τελικά οτι μπορεί καθένας να βρει το ξεχωριστό στη ζωή του.. όχι ψηλά στον ουρανό αλλά εδώ στο δάσος. Απλά αυτό θα δώσει δύναμη στα φτερά του και θα φτάσει στο αστέρι..» της φώναξε ένα βράδυ η Fidget δυνατά…τόσο που ακούστηκε παντού και ξύπνησε τον μικρούλη που θέλησε με τα φτεράκια του να φτάσει στο δικό του αστέρι όπως είχε κάνει η θεία του….και τα κατάφερε! Αθηνά Παπαδοπούλου

H νεράιδα και ο δράκος


H νεράιδα και ο δράκος


               Ήταν κάποτε ένας δράκος.
                Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν 
                σε βουνά και σε σπηλιές.
                Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά 
                από το ένα βουνό στο άλλο 
                πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του 
                και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του 
                και να φυσά φλόγες.

                Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε 
                και κάθησε στη μύτη του... 
                Ο δράκος ξαφνιάστηκε.
                Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
                - Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
                - Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις
                - Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
                - Όχι...όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
                - Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
                  Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση...
                  όμως του απάντησε
                - Όχι...όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν
                   και να αγαπηθούν.
                   Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει...
                   όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή νεράιδα... 
                   Θέλησε να τη φιλήσει...
                   η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της. 
                   Ο δράκος δάκρυσε...
                   όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.
                   Η μικρή νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του ...
                   του ψιθύριζε απλά το μυστικό...
                   ...δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις...
                  ....πρέπει και να μπορείς....

Το παραμύθι της Νεφέλης

Το παραμύθι της Νεφέλης



Κάπου πολύ μακριά, εκεί που πόδι ανθρώπου δεν έχει πατήσει ποτέ, σε ένα πανέμορφο δάσος με ξεχωριστή βλάστηση ζούσε ανάμεσα σε άλλες μια μικρή νεράιδα που τη λέγανε Νεφέλη.
Είχε μακριά καστανόξανθα μαλλιά και μεγάλα εκφραστικά πράσινα μάτια. 
Τα φτερά της είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αυτό έκανε τις άλλες νεράιδες να την ζηλεύουν. 
Καμιά δεν είχε τόσο πανέμορφα φτερά. 
Η Νεφέλη ωστόσο δεν ήταν η πιο όμορφη από τις υπόλοιπες αλλά είχε την πιο καλή καρδιά, και αυτό την έκανε να ξεχωρίζει.
Η καλοσύνη της και η αγάπη της την είχε κάνει την πιο αγαπητή σε όλα τα ζωάκια του δάσους. 
Ήταν πάντα η πρώτη που θα τους βοηθούσε στο οτιδήποτε, η πρώτη που θα τους συμβούλευε σε ότι ήθελαν και η πρώτη που θα στεκόταν δίπλα τους σε ότι θα τους συνέβαινε. 
Η καρδιά της ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη η πλάση. 
Μεγαλώνοντας η Νεφάλη, και βλέποντας όλους τους φίλους της να βρίσκουν το ταίρι τους άρχισε να νιώθει μόνη. 
Ο φίλος της ο αετός της κράταγε παρέα και της έλεγε ότι με τόση ομορφιά και καλοσύνη που έχει, σύντομα θα την αγαπήσει κάποιος πραγματικά, φτάνει να το θελήσει και εκείνη. 
Ξαπλωμένη μια μέρα σε ένα μανιτάρι σκεφτόταν ότι είναι υπέροχο όλοι να σε αγαπάνε σαν φίλη, αλλά αυτό αρκεί; 
Ο ήλιος άκουσε τον μονόλογο της και την πλησίασε…
Άρχισε να της κάνει κοπλιμέντα και να της λέει πόσο αγαπητή του ήταν.
Τις χάιδεψε τα μαλλιά με τις ακτίνες του και την έκανε να χαλαρώσει.
Τις μιλούσε και την υπνώτιζε με τη ζεστασιά του. 
Μέρα με την ημέρα άρχισε να της λέει ότι την αγαπά και η νεραιδούλα κολακεύτηκε.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά και ένιωσε ένα σκίρτισμα…
Ανυπομονούσε τα βράδια να περάσουν οι ώρες να δει τον αγαπημένο της ήλιο. 
Άρχισε να πονά που δεν μπορούσε να τον έχει συνέχεια μαζί της. Της έλειπαν τα βράδια η ζεστή του αγκαλιά. 
Μετά από καιρό και καθώς μιλούσαν μεταξύ τους για την αγάπη τους εκείνη του ζήτησε να κάνουν κάτι να είναι μαζί συνέχεια. 
-Μα πως μπορώ, ; Εγώ είμαι εδώ για όλους, δεν μπορώ να κάνω κάτι… 
-Αν δεν μπορείς, θα κάνω εγώ. 
Θα έρθω μαζί σου. 
Θα με πάρεις αγκαλιά και όταν θα πηγαίνεις για ύπνο θα κοιμόμαστε μαζί, του είπε. 
Ο ήλιος χαμογέλασε. 
Του άρεσε η ιδέα.
Ας προσπαθούσε επιτέλους κάποια να έρθει να τον βρει…
Ποτέ καμιά από αυτές που είχε αγαπησει δεν το είχε σκεφτεί. 
Ετσι λοιπόν την επόμενη μέρα, η Νεφέλη το πηρε απόφαση και άρχισε να πετά και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. 
Ήθελε πολύ να φτάσει τον αγαπημένο της ήλιο και να τον πάρει αγκαλιά. 
Ανεβαίνοντας η ζέστη άρχισε να γίνεται αφόρητη. 
Εκείνη επέμενε να ανεβαίνει. 
Το λευκό της δέρμα της άρχισε να κοκκινίζει, και τα μαλλιά της να καίγονται. 
Άρχισε να πονά αλλά το πείσμα της δεν σταμάταγε.
Αγαπούσε πολύ τον ήλιο της και δεν θα εγκατέλειπε ότι και να γινόταν. 
Όμως δεν ήταν μόνο στο χέρι της.
Τα όμορφα φτερά της άρχισαν να καρβουνιάζουν και να διαλύονται. Πριν καλά καλά καταλάβει τί γίνεται, ίσα που πρόλαβε να φωνάξει τον ήλιο αλλά εκείνος δεν την άκουσε…
Η Νεφέλη άρχισε να πέφτει στο κενό με δύναμη, ώσπου για καλή της τύχη έσκασε πάνω σε ένα μεγάλο πλατύφυλλο και από εκεί στο γρασίδι δίπλα στη λιμνούλα. 
Έμεινε εκεί αναίσθητη για πολύ ώρα.
Όταν ξύπνησε πονούσε σε όλο της το κορμί. 
Τα ματάκια της άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρυσε το είδωλο της στην λίμνη. 
Τίποτα πια δεν θύμιζε την όμορφη Νεφέλη. 
Το δέρμα της είχε κοκκινήσει και είχε βγάλει εξανθηματα, τα μαλλιά της είχαν καεί, το σώμα της αιμορραγούσε από πολλά σημεία και τα όμορφα φτερά της… είχαν χαθεί για πάντα…. 
Έμεινε εκεί να κλαίει με λυγμούς για την χαμένη ομορφιά της και για το χαμένο όνειρο της.
Έψαξε να βρει τον ήλιο, τον αναζήτησε για ώρα αλλά εκείνος λες και κατάλαβε το λάθος του, κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα και αναζήτησε άλλη αγάπη, πιο όμορφη κάπου μακριά. 
Την Νεφέλη την πήρε ο ύπνος θρηνώντας πια και την χαμένη της αγάπη. 
Την άπιαστη αγάπη ενός ψεύτη ήλιου… 
Ένα χάδι της διέλυσε το όμορφο όνειρο με τον ήλιο…
΄Ανοιξε τα ματάκια της και αντίκρυσε την τρομαγμένη ματιά του αγαπημένου της αετού.
Την βοήθήσε να σηκωθεί και της έδωσε νερό να πιει.
Εκείνη με βουρκωμένα ματια του εξιστόρησε ότι είχε γίνει.
Έκείνος την έβαλε κάτω από τα φτερά του και κλάψανε μαζί για ώρες… 
Η συντροφιά του της είχε γίνει απαραίτητη. 
Τα φτερά της δεν υπήρχαν πια και δεν μπορούσε να πετάξει, να νιώσει ελευθερη. 
Το κορμί ακόμη πονούσε και ο αετός ήταν ο μόνος που την έκανε να ξεχνάει. 
Περνούσε ώρες κοντά της προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Σύντομα άρχισε να την βάζει και στο ράχη του και να την πηγαίνει μικρές όμορφες βόλτες…έτσι όπως μόνο αυτός ήξερε. 
Ο καιρός περνούσε και ο πόνος άρχισε να φεύγει από τη Νεφέλη.
Ο ήλιος φάνταζε στα μάτια της αλλά και στην καρδιά της πια μακρινός. 
Τα μαλλιά της ξαναμάκρυναν, η επιδερμίδα της έγινε καλύτερη αλλά τα φτερά της είχαν χαθεί για πάντα. 
Η σχέση της με τον αετό είχε γίνει σχέση εξάρτησης. 
Ηταν για εκείνη το στήριγμα της, ο φίλος της, το παρεάκι της. Αναζητούσε καθημερινά να τον δεί και εκείνος το ίδιο και μαζί περνούσαν υπέροχα. 
Ακόμα και όταν εκείνη μελαγχολούσε, αυτός ήταν εκεί για να της προσφέρει την φτερούγα του και εκείνη να κουρνιάσει μέσα της. 
Κάποια μέρα όπως οι άλλες και ενώ ο αετός καθόταν αγκαλιά με την Νεφέλη και χαζεύανε τη λίμνη, γύρισε, την κοίταξε και της είπε το δικό του καημό. 
Την αγαπούσε τόσο καιρό αλλά φοβόταν να της το πει. 
Αυτή ήταν μια νεράιδα, πάντα όμορφη στα μάτια του, ενώ εκείνος ήταν απλά ένας μαύρος άσχημος αετός. 
Η Νεφέλη άπλωσε τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον έσφιξε με όλη της την αγάπη.
Άφησε την ταλαιπωρημένη καρδιά της να σπάσει τα δεσμά και να κάνει χώρο για τον αετό της, για το φίλο της και αγαπημένο της πια… 
Ο πρώτος καιρός ήταν ονειρικός…οι δυό τους ήταν συνέχεια μαζί. Εκείνος πετούσε σπάνια – όσο και αν το λάτρευε – και αφιέρωνε όλο το χρόνο στη νεραιδούλα του. 
Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και σπάνια ο αετός έφευγε να πάει να κάνει μια βόλτα να ξεμουδιάσει τα φτερά του. 
Πολλές φορές έπαιρνε μαζί και την αγάπη του και προσεχτικά της έδειχνε το κόσμο από τόσο ψηλά. 
Η αγάπη του όμως για το δυνάτο, γρήγορο και επικίνδυνο πέταγμα πάνω από τα βουνά άρχισε να του λείπει. 
Άρχισε δειλά δειλά να λείπει λίγες ώρες από τη Νεφέλη.
Εκείνη τον περίμενε καρτερικά γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να του το στερήσει αυτό
Οι φίλοι της τα ζώα της κρατούσαν παρεούλα μέχρι να κουραστει ο καλός της και να επιστρέψει στην αγκαλιά της.
Με το καιρό ο χρόνος μεταξύ τους είχε μειωθεί αρκετά και η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μόνη της. 
Όταν εκείνος πήγαινε για χαμηλές ήρεμες πτήσεις την έπαιρνε μαζί του αλλά αυτό τελευταία είχε αρχίσει να γίνεται σπάνια. 
Εκείνος αγαπούσε πολύ την Νεφέλη αλλά είχε κουραστεί να κάθεται με τις ώρες χωρίς να πετά.
Η Νεφέλη αν τον αγαπούσε πραγματικά θα έπρεπε να καταλάβει. 
Από την άλλη η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μοναξιά. 
Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο αετός πήγε να την βρεί η Νεφέλη του ζήτησε να την παίρνει μαζί τους στις επικίνδυνες πτήσεις του. 
-Δεν μπορώ να το κάνω αυτό Νεφέλη. 
Είναι επικίνδυνο για σένα, της είπε. 
– Αν είχα τα φτερά μου και εγώ θα ήταν διαφορετικά.
Τώρα μόνη, χωρίς φτερά νιώθω καταδικασμένη. 
Θέλω να πετάξω, μαζί σου. 
Κάποτε θυσιάσα τα όμορφα φτερά μου για μια αγάπη άπιαστη.
Για σένα θα μπορούσα να θυσιάσω και την ίδια μου τη ζωή, αρκεί να σε έχω δίπλα μου.
Πάρε με μαζί σου, και κάνε με ευτυχισμένη.
Δεν μπορώ άλλο την μοναξιά, του είπε. 

Εκείνος σκέφτηκε ότι προτιμά χίλιες φορές να πετά παρά να είναι στο έδαφος. 
Ας πετάει λοιπόν πιο προσεχτικά έχοντας μαζί του τη Νεφέλη. 
Και δέχτηκε. 
Η Νεφέλη ανέβηκε στη φτερούγα του και σχεδον κρύφτηκε από κάτω. 
Ο αετός ξεκίνησε να πετά χαλαρά και άρχισε να ανεβαίνει.
Οι κορφές στα βουνά ήταν για εκείνον τα αγαπημένα του σημεία. 
Το κρύο εκεί πάνω άγγιξε μονο τη μικρή νεραιδούλα.
Τα χεράκια της άρχισαν να παγώνουν και σφίχτηκαν πιο δυνατά. 
Ο αετός απολάμβανε τη πτήση του και σιγά σιγά άρχισε να δυναμώνει το πέταγμα του. 
Πετούσε πια δυνατά και η μικρή νεραιδούλα δεν μπορούσε ούτε να πάρει ανάσα.
Εκείνος μέσα στη λαχτάρα του άρχισε να κάνει ακροβατικά.
Άρχισε να γυρίσει πλάγια, ανάποδα , να πέφτει στο κενό χωρίς να σκεφτεί ούτε για μια στιγμή τη Νεφέλη…
Ζούσε το όνειρο του… 
Ο αντίλαλος του βουνού φώναξε το όνομα του και κείνος ξύπνησε ξαφνικά σαν από λήθαργο.
Τότε μόνο θυμήθηκε τη νεραιδούλα του. 
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Γύρισε το λαιμό του και άρχισε να την ψάχνει. Δεν την είδε πουθενά. Σήκωσε τα φτερά του και άρχισε να την φωνάζει δυνατά… 
-Νεραιδούλα μου….Νεραιδούλα μου..;;; .και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα… 
Αλλά η νεραιδούλα του δεν ήταν πια εκεί…
πηγή: yorgose.spaces

ΑΝΟΙΞΗ.........ΣΤΗΝ ΣΤΑΧΤΗ

ΑΝΟΙΞΗ.........ΣΤΗΝ ΣΤΑΧΤΗ

Γλυκιά μου νεράιδα της άνοιξης

Ένα απέραντο λιβάδι απ’ ανεμώνες ο κόσμος σου

Τα μαλλιά σου κατάξανθα.

Λες και του ήλιου όλη η λάμψη μέσα τους κρύφτηκε
Κάνεις ταξίδια μέσα στις λίμνες του Έρωτα
που είναι γεμάτες με μέλι και κρασί
φτιαγμένο απ’ τον Διόνυσο
Με κάθε γέλιο σου ο ουρανός γεμίζει χρώματα
Κόρη θνητή της Αφροδίτης, μούσα του Απόλλωνα
Πάνω σε πορφυρή άμαξα στον δρόμο μου βρέθηκες ...........
...............
ΣΤΑΧΤΗ..... ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Εγώ, θνητός γιος της Εκάτης. Ο πατέρας μου ένας ποιητής...νεκρός τώρα πια.
Ο δικός μου κόσμος ένα απέραντο ποτάμι δακρύων
γεμάτο αποκαΐδια τυραννισμένων ψυχών .
Αμέτρητες νύχτες παρακαλούσα την μητέρα μου να πείσει
τον Άδη να μ' αφήσει να βρεθώ ξανά στον κόσμο της νεράιδας μου
“Δεν έπρεπε να σε πάρω μαζί μου εκεί πάνω. Ήταν λάθος μου. Η θέση σου είναι εδώ με τους καταραμένους. Είσαι αγγελιοφόρος του Άδη. Όταν θα αφήσεις το θνητό σου σώμα θα γίνεις ένας απ' τους θεριστές του”
Αυτά ήταν τα λόγια της κάθε φορά που της μιλούσα για εκείνη.
Μέσα της όμως έλειωνε η μητέρα μου κάθε φορά που μ' έβλεπε να κλαίω σαν μικρό παιδί στις όχθες του Αχέροντα.
Δεν τα πίστευε αυτά που έλεγε.
Απλά δεν αποφάσιζε εκείνη.
Ώσπου μια νύχτα ήρθε όλο χαρά και με ξύπνησε απ' τους εφιάλτες μου.
“Του μίλησα αγόρι μου. Τον έπεισα”
Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη απ' την χαρά μου. Μέχρι να καταλάβω
ότι δεν ονειρευόμουν και να συνέλθω ο Άδης στεκόταν ήδη δίπλα μου.
Έκανε νόημα στην Εκάτη να φύγει και να περιμένει έξω απ' το δωμάτιο.
Εκείνη έφυγε χωρίς να φέρει αντίρρηση.
Μόλις μείναμε οι δυο μας έβγαλε απ' το ζωνάρι του ένα κοφτερό μαχαίρι και με μια γρήγορη κίνηση έκανε μια σχισμή στην παλάμη του.
Πηχτό βαθυκόκκινο αίμα άρχισε να ρέει.
Έφερε το χέρι του κοντά στο πρόσωπό μου και με κοίταξε με στοργικό βλέμμα βαθιά μες τα μάτια μου.
“Πιες απ΄ το αίμα μου και θα είσαι ελεύθερος να μείνεις στον κόσμο της νεράιδας σου για πάντα”.
Χωρίς να σκεφτώ και ακόμα ζαλισμένος από την απρόσμενη χαρά που με βρήκε δοκίμασα απ' το αίμα του σαν υπνωτισμένος.
Ιχώρ κύλισε στις φλέβες μου. Ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα.
Τράβηξε απότομα το χέρι του και εξαφανίστηκε.....έτσι όπως είχε εμφανιστεί.
Η Εκάτη μπήκε γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και μ' αγκάλιασε.
Μου χάιδεψε τα μαλλιά και δάκρυα χαράς κύλισαν απ' τα μάτια της
“Σήμερα ξαναγεννήθηκες αγόρι μου” μου είπε.
Δεν απάντησα. Την φίλησα στο μέτωπο και έτρεξα προς την έξοδο αυτής της αβύσσου που είχα τόσα χρόνια για σπίτι.
Θα συναντούσα επιτέλους την νεράιδα μου....
Η μητέρα μου φώναξε. “Σ' έκανε αθάνατο”
“Με αντάλλαγμα ένα θάνατο” ακούστηκε εκείνος

Κι ο θάνατος νεράιδα μου.... ήταν για σένα

Chris Kariotis.

Το δέντρο της ζωής

Το δέντρο της ζωής

Γεια σας!!


Με λένε Νεφέλη και θα ήθελα να σας διηγηθώ  μια ιστορία!!

Κάποτε,πρίν από χρόνια,είχα πάρει μια απόφαση!Μια απόφαση που θα με λύτρωνε από την δυστυχία μου.
Προτού όμως λάβω την λύτρωση,είχα μια επιθυμία…να αντικρύσω το απέραντο γαλάζιο της  θάλασσας.
¨Έτσι λοιπόν,πήρα το ποδήλατο μου και ξεκίνησα( αγνοώντας  φυσικά τι μου επιφύλασσε η μοίρα) !
Πέρασα από την κεντρική πλατεία της πόλης,οπου έβλεπα οικογένειες με τα παιδάκια τους να παίζουν,
Ερωτευμένα ζευγαράκια να χαμογελούν από ευτυχία…και αναρωτιόμουν  ‘’ Τι θέλω εγώ σ`αυτό το μέρος ;; Άραγε μου αξίζει κατι τέτοιο;; ‘’
Αποφάσισα να συνεχίσω  την πορεία μου προς  την θάλασσα,δίχως να κοιτάω ούτε δεξιά,ούτε αριστερά.
Μετά από λίγο δρόμο,άρχισε να φαίνετε μπροστά μου η θάλασσα και μόνο που την θωρούσα άνοιγε η Καρδιά μου…αλλά όχι αρκετά για να δεχθεί Αγάπη…ΟΧΙ,ΟΧΙ…δεν είμαι άξια Αγάπης!
Έψαχνα ένα ήσυχο μέρος να ξαπωστάσω…βλέπετε…είχα μάθει να είμαι μόνη και δεν αισθανόμουν βολικά να με περιτριγυρίζει κόσμος!
Βρήκα ένα απομονωμένο παγκάκι και κάθισα. Τι όμορφα που ηταν…άκουγες το κύμα να απλώνει και να χαϊδεύει  τα βότσαλα,έβλεπες τα χελιδόνια να φτιάχνουν τις φωλίτσες τους για να υποδεχθούν την νέα ζωή,τον Ήλιο να λάμπει ρίχνοντας τις αχτίνες του με αγάπη σ`όλη την πλάση και ένα δροσερό αεράκι να χαϊδεύει όλη την φύση μαζί και εμένα!!
  Ξάφνου,σαν να πρόσεξα κάτι να περνάει από μπροστά μου…
Δεν έδωσα σημασία κ συνέχισα να αγναντεύω  το θεόπνευστο μεγαλείο της Μητέρας φύσης!
Όμως…κάτι υπήρχε δίπλα μου…το ένοιωθα!Γύρισα προς τα αριστερά και αντίκρισα μια μεγάλη έκπληξη!
Από το πουθενά είχε εμφανιστεί ένας γέροντας και καθόταν δίπλα μου…δεν ήταν δυνατόν…πως βρέθηκε εδώ;;
Μόλις τον κοίταξα,ένιωσα την μεγαλοσύνη της καρδιάς του!
Ήταν γαλήνιος,χαμογελαστός,λες και η λέξη Ειρήνη του χρωστούσε το όνομα της…!!
 
«Τι θέλετε εδώ κύριε;»,του αποκρίθηκα!

«Ήρθα γιατί με κάλεσες»,μου απάντησε μ`ένα χαμόγελο!

«Μα….εγώ δεν κάλεσα κανεναν,την ησυχία μου θέλω!»

«Ακριβώς γι`αυτό ήρθα, Νεφέλη!»

«Μα;; Μα…πως γνωρίζετε όνομα μου;;»

Εκείνος χαμογέλασε γλυκά και μου είπε, «Θέλεις να σου αφηγηθώ μια ιστορία»

«Ιστορία;;Τι ιστορία;;Για πιο λόγο;;»,ρώτησα!
Αν και ήμουν κάπως νευρική,αδυνατούσα να αρνηθώ,κάτι με τραβούσε,ηταν πέρα από τις δυνάμεις μου!
«Ωραία,λοιπόν,ξεκινήστε!»,αποκρίθηκα!

«Πολύ όμορφα,αλλα θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.»

«Τι χάρη;;Χάρη σας κάνω που θα σας ακούσω.Τι άλλο θέλετε,τέλως πάντων;» Αποκρίθηκα,νευρικά!

Εκείνος χαμογελώντας μου είπε,«Οσο θα σου διηγούμαι την ιστορία,θα ήθελα να περπατάμε προς το μέρος!»

«Μέρος;;Πιο μέρος;;Τι είναι αυτά που μου λέτε;;»

«Θα δεις, Νεφέλη …και θα καταλάβεις!»,μου απάντησε μ`ένα αφοπλιστικό χαμόγελο!

Δεν ξέρω τι συνέβαινε αλλά δεν μπορούσα να αρνηθώ,κάποια άγνωστη δύναμη με έσπρωχνε!

«Εντάξει λοιπόν!Ας ξεκινήσουμε!»,αποκρίθηκα!

Χαμογελώντας ο γέροντας και καθώς περπατούσαμε,ξεκίνησε να διηγείται την ιστορία του!

« Μια φορά και έναν καίρο,πριν από πολλά χρόνια,ηταν ένα νέο αγόρι που το έλεγαν Χαράλαμπο!
Όμορφο όνομα,βγαίνει από τις λέξεις ΧΑΡΑ και ΛΑΜΠΩ!
Αλλά η ζωή του δεν ήταν έτσι ακριβώς!
Πολλές κακουχίες του έλαχε να περάσει,σπάνια χαμογελούσε και δεν πίστευε στην έννοια της Αγάπης!
Του άρεσαν όμως οι βόλτες στο δάσος γιατί του πρόσφεραν ηρεμία και γαληνη,είχε ακούσει διάφορες ιστορίες και μύθους για νεράιδες και ξωτικά που κατοικούσαν εκει!Δεν  τα πίστευε,όμως!»

«Εσύ, Νεφέλη τα πιστεύεις ;»,μου αποκρίθηκε!

«Όχι,φυσικά!Αυτα είναι παραμυθάκια για τα παιδάκια!»,του απάντησα!

Τότε μου χαμογέλασε,έσκυψε το κεφάλι του και συνέχισε!

« Ένα σούρουπο λοιπόν,καθώς έκανε την καθιερωμένη του βόλτα στο δάσος,προσπαθώντας να νιώσει αυτά τα αισθήματα που μόνο το δάσος του χάριζε απλόχερα,ήλθε αντιμέτωπος με μια μεγάλη αλήθεια αλλά και πρόκληση!
Εμφανίστηκε εμπρός του μια πανέμορφη νεράιδα!Το όνομα της… Αριάδνη!!
Χόρευε και τραγουδούσε με χάρη !
Αρχικά δεν πίστευε στα μάτια του,όμως σιγά σιγά άρχισε να συνέρχετε από το σοκ αυτής της αποκάλυψης και την παρακολουθούσε μαγεμένος.
Η νεράιδα δεν είχε αντιλήφθη την παρουσία του νεαρού Χαράλαμπου ,όμως ήταν θέμα χρόνου να συμβεί και αυτό.
Και έτσι έγινε! Σε κάποια στροφή πάνω στον μαγευτικό χορό της,επεσε επάνω του και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν!Αυτο ήταν αρκετό και για τους δυο!
Ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα!!»

«Πιστεύεις στον έρωτα και την αγάπη, Νεφέλη;»,με ρώτησε!

«Όχι,φυσικά!Ολα αυτά είναι παραμύθια,δεν υπάρχουν,απλα δεν υπάρχουν…!»,απάντησα με σθένος!

Ο γέροντας έσκυψε το κεφάλι του για άλλη μια φορα,αλλα αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε!
«Χα,χα…τον αποστόμωσα» ,σκέφτηκα κ γελούσα όλο περηφάνια !
Ο γέροντας  συνέχισε να διήγητε την ιστορία του…

«Κάθε βράδυ έδιναν ραντεβού στο δάσος με σκοπό να είναι μαζί,να αγκαλιάζονται και να κοιτανε ο ένας τα μάτια του αλλου!Δεν μπορούσε να ζήσει ο ένας μακριά από τον άλλο,αλλα οι νεράιδες είχαν ένα πρόβλημα με τον ήλιο που τους έκαιγε τα φτερά και δεν μπορούσαν να βγουν τα πρωινά!
Ο Χαράλαμπος δεν πίστευε ότι αυτό που ζει είναι αληθινό και προσπαθούσε να βρει τρόπους και σκέψεις για να μπορεί να κρατήσει τα πιστεύω του!!Οπως έλεγε χρόνια τωρα,`δεν υπάρχει αγάπη κ έρωτας`!Αλλα η καρδιά του άλλα του έλεγε και είχε έλθει σε συγχηση!!Παλευε με τον ίδιο του τον εαυτό και προσπαθούσε να βρει τρόπο και δύναμη για να απεμπλακεί από αυτό το `παραμύθι` !!
Έτσι λοιπον,μια μερα,πηρε την απόφαση να μην ξαναπάει στο δάσος!Επρεπε να βάλει τέλος σ`αυτό το παραμύθι και χρειάζονταν τολμηρές κ επίπονες αποφάσεις!!Δεν του ήταν δύσκολο  να πονάει,άλλωστε μια ζωή ζούσε με σύντροφο τον πόνο!
Η νεράιδα τον περίμενε για εβδομάδες να εμφανιστεί,αλλα μάταια!
Έπρεπε να κάνει κάτι για να δει τι έπαθε ο αγαπημένος της και δεν έχει εμφανιστεί τόσο καιρό!
Ένα βράδυ λοιπόν πήγε να τον ψάξει στην πόλη,αυτό απαγορευόταν για τις νεράιδες αλλά μπροστά στην αγάπη της για αυτόν τίποτα δεν μπορούσε να μπει εμπόδιο!
Τον βρήκε λοιπόν να κάθεται σ`ένα παγκάκι στο πάρκο και έπινε αλκοόλ!!
Πήγε κοντά του και μ`ένα χαμόγελο αγαλλίασης τον αγκάλιασε!
Αυτός τότε την έσπρωξε με δύναμη από κοντά του και της είπε χωρίς να το σκεφτεί…
` Φύγε από εδώ,δεν έχεις καμιά δουλεία εδώ,φυγε,φυγε σου λέω … ` .
Η νεράιδα σοκαρίστηκε και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουγε!
 ` Μα γιατι;;Αφου με αγαπαει και τον αγαπαω;Γιατι;; `
Προσπάθησε να τον πλησιάσει ξανα,αλλα η αντίδραση αυτή τη φορά ήταν ακόμα χειροτερη….την αγνοουσε,την αγνοούσε παντελώς!
Η νεράιδα έφυγε κ πήγε στο δάσος ,όμως πηγαίνοντας προς  εκεί σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει για να φέρει πίσω τον αγαπημένο της!!
Η αγάπη της ήταν τόσο δυνατή κ αληθινή που για πρώτη φορά είχε αισθανθεί ότι βρισκόταν τόσο κοντά στον Πατερά της,τον ΘΕΟ!Εχοντας αυτό κατά νου,πηρε μια πολύ μεγάλη απόφαση !
Ήθελε να δώσει ένα μάθημα σε όλη την ανθρωπότητα και όχι μόνο στον αγαπημένο της!!
Πήγε λοιπόν και τον βρήκε και του είπε αυτό που αισθανόταν!!

` Σε παρακαλώ,πριν με διώξεις ξανά,άσε με να σου πω κάποια πράγματα!
Θέλω να ξέρεις ότι σε αγάπησα τόσο πολύ που όταν ήμουν διπλά σου,αισθανόμουν ότι βρισκόμουν διπλά στον Πατερά μας,τον ΘΕΟ!!
Αυτή η αίσθηση είναι τόσο δυνατή που τίποτα δεν συγκρίνεται μαζί της!!
Λοιπόν,άκουσε με για τελευταία φορά!
Αυτό που θα κάνω είναι μια γλυκιά θυσία στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ!!
Όμως έχω και μια επιθυμία!
Όταν θα βρίσκεις ανθρώπους που δεν πιστεύουν στην ΑΓΑΠΗ,θελω να τους φέρνεις εκεί και να τους λες αυτήν την ιστορία!!!
Όλα γίνονται στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ,σήμερα!!! `

Τότε ο νεαρός την ρώτησε, ` Τι είναι αυτά που λες, Αριάδνη;;Να τους φέρνω που;;ΤΙ ετοιμάζεσαι να κάνεις;;Για ποιά αγάπη μιλάς;;`

Και η Αριάδνη συνέχισε!!!!
`Σήμερα,λίγο πριν την ανατολή του Ήλιου θα ήθελα να έρθεις στο δάσος για τελευταία φορά!!! `

Και ο νεαρός έγνεψε καταφατικά,δίχως δεύτερη σκέψη,κάτι τον τραβούσε να πάει εκεί !!!

Έτσι λοιπόν,λίγο πριν την ανατολή και αφού ο νεαρός Χαράλαμπος ήταν εκεί, η Αριάδνη άρχισε να τραγουδάει  και να χορεύει τον πιο μεγαλειώδη και όμορφο χορό της,ηταν πραγματικά μαγευτικό το θέαμα μιας και όπως είχε πει
 `Σήμερα όλα γίνονται στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ` ….!!

Όπως χόρευε η Αριάδνη,ο ήλιος άρχισε να κάνει δειλά δειλά την εμφάνιση του….!

Τότε ο νεαρός γύρισε γεμάτος αγωνιά προς την Αριάδνη και της είπε:
` Αριάδνη,σταμάτα τώρα,βγαίνει ο ήλιος πρέπει να φύγεις `

Και η Αριάδνη συνεχίζοντας τον εκστατικό γεμάτο από Αγάπη χορό της του απάντησε χαμογελώντας…

` Σήμερα όλα γίνονται στο όνομα της Αγάπης,αγαπημένε μου!Το υπέρτατο δώρο της καρδιάς είναι η αληθινή και αγνή  Αγάπη!Αυτο το αίσθημα είναι τόσο δυνατό που δεν υπάρχουν περιορισμοί  και αξίζει κάθε θυσία γιατί  αποτυπώνετε στον Θεό…είναι ο ίδιος ο Θεός!!!Σήμερα θα μάθεις ότι η ΑΓΑΠΗ δίνει δύναμη για τα πάντα και είθε να  γίνεις  υπέρμαχος και απόστολος της με σκοπό να το μεταδίδεις από γενιά σε γενιά…στην ανθρωπότητα `

Ο ήλιος πλέον είχε φανεί για τα καλά και τα φτερά της Αριάδνη άρχισαν να καίγονται,αλλα εκείνη έπαιρνε δύναμη από την ΑΓΑΠΗ κ συνέχιζε τον εκστατικό χορό της!!
Είχε έρθει η ώρα για το υπέρτατο κρεσέντο που είχε σχεδιάσει για τον αγαπημένο της….

` Αυτό είναι για σένα αγαπημένε μου,κάθε φορά που θα με βλέπεις να θυμάσαι ότι είναι ένα έργο ΑΓΑΠΗΣ προς εσένα,προς ολόκληρο τον κόσμο… `

Και τότε η μικρή Αριάδνη,πανω στο δικό της χορευτικό κρεσέντο πάθους,πήρε την μορφή του ΔΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που ποτίζετε από την Αγάπη μα συνάμα πήρε και την στάση που θα αποτύπωνε και την σημασία της Αγαπης….την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!!! »

Καθώς περπατούσανε,η Νεφέλη άκουγε με προσοχή την ιστορία του γέροντα αλλά είχε μια ερώτηση!!

«Γέροντα,γιατι έκανε μια τέτοια θυσία;Πως μπορεί αυτό να θεωρηθεί `ΔΩΡΟ` ; »

Και ο γέροντας απάντησε:

«Νεφέλη,αυτό ήταν  το μεγαλύτερο δώρο που της έκανε ο Θεός και θέλησε να το αποτυπώσει για να το βλέπουν οι άνθρωποι και να θυμούνται να αγωνίζονται γι`αυτό!
Το ίδιο κάνει και ο Χαράλαμπος.Πηγαίνει κάθε μέρα στο βουνό και την βλέπει,για να θυμάται ότι η Αγάπη ελευθερώνει την ψυχή,αγνοόντας την ύλη!Η ύλη απλά αποτυπώνει το μεγαλείο της…»

Να…είπε ο γέροντας  χαμογελώντας γαλήνια,φτάσαμε!!!

Η Νεφέλη μόλις αντίκρισε το δέντρο στο δάσος συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε γίνει,είχε μείνει άφωνη από το δέος που της προκάλεσε και την μαγική γοητεία του.Την πήραν τα κλάματα λες και  έβγαζε από μέσα της όλα όσα την καταπίεζαν τόσα χρόνια και ξαφνικά ένιωσε την Αγάπη  και την Ελευθερία που γεύεσαι από αυτήν!!!Απελευθερωμένη  πλέον από τα δεσμά που την κράταγαν οι φόβοι της και με γαλήνια φωνή ,γύρισε να βρει τον γέροντα,αλλά ο γέροντας ήδη απομακρυνόταν!!!


Τότε η Νεφέλη του φώναξε…

«Γέροντα,σε παρακαλώ,πριν φύγεις θέλω να μάθω το όνομα αυτού που μου είπε αυτό το όμορφο παραμύθι!Σε παρακαλώ,πές μου,πώς σε λένε;;»

Και ο γέροντας,συνεχίζοντας την πορεία του,απάντησε , «Με λένε,Χαράλαμπο!»

Η Νεφέλη είχε μείνει σοκαρισμένη να κοιτάζει αυτό το Θεόπνευστο θαύμα, με το αποτυπωμένο κρεσέντο ΑΓΑΠΗΣ επάνω του και πλέον συνειδητοποιούσε ότι αυτό το `παραμύθι` είχε μια μαγική δύναμη που την απελευθέρωσε από τους φόβους της!!!
Ότι δεν ήταν απλά ένα παραμύθι….αλλά μια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ!!!!
Δημιουργός: Χ.Γιαννόπουλος


Αυτή η ιστορία μου χαρίστηκε από έναν φίλο μου πολύ αγαπημένο...ως δώρο γενεθλίων...
Ευχαριστώ!